Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄρωμα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἄρωμᾰ τὰ ἀρώμᾰτ
      γενική τοῦ ἀρώμᾰτος τῶν ἀρωμᾰ́των
      δοτική τῷ ἀρώμᾰτ τοῖς ἀρώμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ἄρωμᾰ τὰ ἀρώμᾰτ
     κλητική ! ἄρωμᾰ ἀρώμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀρώμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  ἀρωμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]

ἄρωμα < λείπει η ετυμολογία, πιθανώς από το αἴρω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄρωμα ουδέτερο

  1. κάθε αρωματικό βότανο, καρπός, μπαχάρι
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 1, 5.1
    ἅπαντα ἦσαν εὐώδη ὥσπερ ἀρώματα
  2. αρωματικό λάδι, άρωμα

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]

ἄρωμα < ἀρόω/ἀρῶ + -μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄρωμα ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]