ἄσβεστος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἄσβεστος | ἡ | ἀσβέστη & ἄσβεστος |
τὸ | ἄσβεστον |
| γενική | τοῦ | ἀσβέστου | τῆς | ἀσβέστης & ἀσβέστου |
τοῦ | ἀσβέστου |
| δοτική | τῷ | ἀσβέστῳ | τῇ | ἀσβέστῃ & ἀσβέστῳ |
τῷ | ἀσβέστῳ |
| αιτιατική | τὸν | ἄσβεστον | τὴν | ἀσβέστην & ἄσβεστον |
τὸ | ἄσβεστον |
| κλητική ὦ! | ἄσβεστε | ἀσβέστη & ἄσβεστε |
ἄσβεστον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | ἄσβεστοι | αἱ | ἄσβεσται & ἄσβεστοι |
τὰ | ἄσβεστᾰ |
| γενική | τῶν | ἀσβέστων | τῶν | ἀσβέστων & ἀσβέστων |
τῶν | ἀσβέστων |
| δοτική | τοῖς | ἀσβέστοις | ταῖς | ἀσβέσταις & ἀσβέστοις |
τοῖς | ἀσβέστοις |
| αιτιατική | τοὺς | ἀσβέστους | τὰς | ἀσβέστᾱς & ἀσβέστους |
τὰ | ἄσβεστᾰ |
| κλητική ὦ! | ἄσβεστοι | ἄσβεσται & ἄσβεστοι |
ἄσβεστᾰ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀσβέστω | τὼ | ἀσβέστᾱ & ἀσβέστω |
τὼ | ἀσβέστω |
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀσβέστοιν | τοῖν | ἀσβέσταιν & ἀσβέστοιν |
τοῖν | ἀσβέστοιν |
| Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ὕπατος' όπως «ὕπατος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]ἄσβεστος, -η/ος, -ον
- αυτός που δεν σβήνει ή δεν μπορεί κανείς να τον σβήσει
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 584
- ἵν' ἄσβεστον κλέος εἴη
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 584
- εκείνος που δεν σβήνει, που δεν σταματά, ο ακατάπαυστος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἄσβεστος | αἱ | ἄσβεστοι | ||||
| γενική | τῆς | ἀσβέστου | τῶν | ἀσβέστων | ||||
| δοτική | τῇ | ἀσβέστῳ | ταῖς | ἀσβέστοις | ||||
| αιτιατική | τὴν | ἄσβεστον | τὰς | ἀσβέστους | ||||
| κλητική ὦ! | ἄσβεστε | ἄσβεστοι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀσβέστω | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀσβέστοιν | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
ἄσβεστος, -ου θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
- (χημεία) οξείδιο του ασβεστίου
- ※ 1ος κε αιώνας ⌘ Διοσκουρίδης Πεδάνιος, Περὶ ὕλης ἰατρικῆςw, 5, 115 @poesialatina.it
- δύναμιν δὲ ἔχει πᾶσα κοινῶς ἄσβεστος πυρωτικήν, δηκτικήν, καυστικήν, ἐσχαρωτικήν. μειγνυμένη δέ τισιν ἑτέροις ὡς στέατι ἢ ἐλαίῳ γίνεται πεπτική, μαλακτική, διασκεδαστική, κατουλωτική. ἐνεργεστέραν δὲ καὶ ταύτης ἡγητέον τὴν πρόσφατον καὶ ἄβροχον.
- ※ 1ος κε αιώνας ⌘ Διοσκουρίδης Πεδάνιος, Περὶ ὕλης ἰατρικῆςw, 5, 115 @poesialatina.it
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄσβεστος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἄσβεστος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'ὕπατος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ὕπατος' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τός (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπαροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Χημεία (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Διοσκουρίδη (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από ιατρικά κείμενα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)