Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄσβεστος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: άσβεστος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἄσβεστος ἀσβέστη
& ἄσβεστος
τὸ ἄσβεστον
      γενική τοῦ ἀσβέστου τῆς ἀσβέστης
& ἀσβέστου
τοῦ ἀσβέστου
      δοτική τῷ ἀσβέστ τῇ ἀσβέστ
& ἀσβέστ
τῷ ἀσβέστ
    αιτιατική τὸν ἄσβεστον τὴν ἀσβέστην
& ἄσβεστον
τὸ ἄσβεστον
     κλητική ! ἄσβεστε ἀσβέστη
& ἄσβεστε
ἄσβεστον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἄσβεστοι αἱ ἄσβεσται
& ἄσβεστοι
τὰ ἄσβεστ
      γενική τῶν ἀσβέστων τῶν ἀσβέστων
& ἀσβέστων
τῶν ἀσβέστων
      δοτική τοῖς ἀσβέστοις ταῖς ἀσβέσταις
& ἀσβέστοις
τοῖς ἀσβέστοις
    αιτιατική τοὺς ἀσβέστους τὰς ἀσβέστᾱς
& ἀσβέστους
τὰ ἄσβεστ
     κλητική ! ἄσβεστοι ἄσβεσται
& ἄσβεστοι
ἄσβεστ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀσβέστω τὼ ἀσβέστ
& ἀσβέστω
τὼ ἀσβέστω
      γεν-δοτ τοῖν ἀσβέστοιν τοῖν ἀσβέσταιν
& ἀσβέστοιν
τοῖν ἀσβέστοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ὕπατος' όπως «ὕπατος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄσβεστος < ἀ- στερητικό + σβεστός (θέμα σβεσ- του σβέννυμι + -τός)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: λατινικά: asbestos

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἄσβεστος, -η/ος, -ον

  1. αυτός που δεν σβήνει ή δεν μπορεί κανείς να τον σβήσει
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 584
    ἵν' ἄσβεστον κλέος εἴη
  2. εκείνος που δεν σβήνει, που δεν σταματά, ο ακατάπαυστος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἄσβεστος αἱ ἄσβεστοι
      γενική τῆς ἀσβέστου τῶν ἀσβέστων
      δοτική τῇ ἀσβέστ ταῖς ἀσβέστοις
    αιτιατική τὴν ἄσβεστον τὰς ἀσβέστους
     κλητική ! ἄσβεστε ἄσβεστοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀσβέστω
γεν-δοτ τοῖν  ἀσβέστοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ἄσβεστος, -ου θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  • (χημεία) οξείδιο του ασβεστίου
      1ος κε αιώνας Διοσκουρίδης Πεδάνιος, Περὶ ὕλης ἰατρικῆςw, 5, 115 @poesialatina.it
    δύναμιν δὲ ἔχει πᾶσα κοινῶς ἄσβεστος πυρωτικήν, δηκτικήν, καυστικήν, ἐσχαρωτικήν. μειγνυμένη δέ τισιν ἑτέροις ὡς στέατι ἢ ἐλαίῳ γίνεται πεπτική, μαλακτική, διασκεδαστική, κατουλωτική. ἐνεργεστέραν δὲ καὶ ταύτης ἡγητέον τὴν πρόσφατον καὶ ἄβροχον.

Παράγωγα

[επεξεργασία]