Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄσις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Άσις, ἆσις

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ ἄσις οἱ ἄσιες
ἄσεις
      γενική τοῦ ἄσιος
ἀσέως
τῶν ἀσίων
ἀσέων
      δοτική τῷ ἄσιῐ
ἄσει
τοῖς ἄσιῐ(ν)
ἄσεσι
    αιτιατική τὸν ἄσιν τοὺς ἄσιᾰς
ἄσεις
     κλητική ὦ! ἄσι
& ἄσις
ἄσιες
ἄσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄσιε
ἄσει
γεν-δοτ τοῖν  ἀσίοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'λάτρις' όπως «λάτρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄσις < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄσις, -ιος/εως θηλυκό [ᾰ]

Παράγωγα

[επεξεργασία]