Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄστρον

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : άστρο

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἄστρον τὰ ἄστρᾰ
      γενική τοῦ ἄστρου τῶν ἄστρων
      δοτική τῷ ἄστρῳ τοῖς ἄστροις
    αιτιατική τὸ ἄστρον τὰ ἄστρᾰ
     κλητική ὦ! ἄστρον ἄστρᾰ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄστρω
γεν-δοτ τοῖν  ἄστροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄστρον < ἀστήρ• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ λατινικά: astrum

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄστρον ουδέτερο

  1. (συνήθως στον πληθυντικό) τα αστέρια
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 8 (Θ. Θεῶν ἀγορά. Κόλος μάχη.), στίχ. 555
    ὡς δ’ ὅτ’ ἐν οὐρανῷ ἄστρα φαεινὴν ἀμφὶ σελήνην φαίνετ’ ἀριπρεπέα, ὅτε τ’ ἔπλετο νήνεμος αἰθήρ·
    ≈ συνώνυμα:  ἀστήρ
  2. (στον ενικό) ο Σείριος
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κυνηγετικός, 4
    προσηλίοις τοῦ ἄστρου ἐπιόντος·

Σύνθετα

[επεξεργασία]