ἅλλομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἅλλομαι < ρίζα σαλ ( από το σαλ- προέκυψε το αλ- στο ποίο προστέθηκε το j το οποίο εν συννεχεία αφομοιώθηκε στο λ + -ομαι = αλλομαι)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἅλλομαι (μέσο αποθετικό ενεργ. διάθ.)

  1. αναπηδώ, σκιρτώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

ομόηχα[επεξεργασία]

  • στο ίδιο ρήμα είναι ομόηχοι τύποι ο παρατατικός του (ἡλλόμην) και ο αόριστος β΄ ἡλόμην
  • ο παρατατικός του και ο αόριστος β΄ είναι παράλληλα ομόηχοι με τον παρατατικό του ἀλῶμαι (ἠλώμην) και με τον αόριστο β΄του αἱρούμαι (εἱλόμην)


Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Απαρέμφατα-Μετοχές
Ενεστώτας ἅλλομαι ἅλλεσθαι - ἁλλόμενος-μένη-μενον
Παρατατικός ἡλλόμην
Μέλλοντας ἁλοῦμαι ἁλεῖσθαι - ἁλούμενος-μένη-μενον
Αόριστος ἡλόμην και ἡλάμην ἅλασθαι και ἁλέσθαι - ἁλάμενος και ἁλόμενος-μένη-μενον