Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἅρμοσμα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἅρμοσμᾰ τὰ ἁρμόσμᾰτ
      γενική τοῦ ἁρμόσμᾰτος τῶν ἁρμοσμᾰ́των
      δοτική τῷ ἁρμόσμᾰτ τοῖς ἁρμόσμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ἅρμοσμᾰ τὰ ἁρμόσμᾰτ
     κλητική ! ἅρμοσμᾰ ἁρμόσμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἁρμόσμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  ἁρμοσμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἅρμοσμα < ἁρμόζω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἅρμοσμα, -ατος ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]