ἆθλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἆθλος ἄθλω ἆθλοι
Γενική ἄθλου ἄθλοιν ἄθλων
Δοτική ἄθλ ἄθλοιν ἄθλοις
Αιτιατική ἆθλον ἄθλω ἄθλους
Κλητική ἆθλε ἄθλω ἆθλοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἆθλος < ἄεθλος ρίζα κοινή με το ἄεθλον και ἆθλον (το βραβείο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἆθλος αρσενικό

  1. ο αγώνας για κάποιο βραβείο, η άμιλλα
  2. ο μόχθος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]