Ἀβαρνιάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἀβαρνιάς θηλυκό

  • (χερσόνησος) άλλη μορφή του Ἀβαρνίς
  • ※  Ένθεν ες Ελλήσποντον υπηώους φέρεν ούρος, ακραής Ζέφυρος, στεινής απάτερθεν Αβύδου, Ιδην, Δαρδανίην, Πιτύην τ' επί δέξι' έχοντας, ού καί Αβαρνιάδος Περκώτης τ' εύσταχυν αίαν, αργυρέαις Αίσηπος επικλύζει προχοήσιν. (Ορφέως Αργοναυτικά, 650 (στην έκδοση 1885, στίχος 487)

Πηγές[επεξεργασία]