Ἀβυδηνός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἀβυδηνός < Ἄβυδος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

Ἀβυδηνός , -ή , -ον
  1. ο κάτοικος ή ο καταγόμενος από την Ἄβυδο

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

αβυδηνόν επιφόρημα: έκφραση που χαρακτήριζε, κατά την αρχαιότητα, πράξη ασεβή ή που προκαλούσε αηδία και η οποία προήλθε από το περίεργο έθιμο των κατοίκων της Αβύδου, που κατά τα επιδόρπια των επισήμων γευμάτων που παρέθεταν, έφερναν στην αίθουσα τα νήπια με τις τροφούς τους, που φώναζαν και ενοχλούσαν τους συνδαιτημόνες.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  1. ἀβυδικός μεταγενέστερη ελληνική (= αξίωμα στο Βυζάντιο)