Ἀγαμέμνων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Ἀγαμέμνων
Γενική Ἀγαμέμνονος
Δοτική Ἀγαμέμνονι
Αιτιατική Ἀγαμέμνονα
Κλητική Ἀγάμεμνον

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἀγαμέμνων < ἄγαν + μέμνων (μτχ του μένω) (ο πολύ σταθερός, αποφασιστικός)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἀγαμέμνων αρσενικό

  1. (μυθολογία): ο βασιλιάς των Μυκηνών, αρχιστράτηγος των Ελλαδιτών κατά τον Τρωικό Πόλεμο
    Ἀτρεΐδη κύδιστε ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον / δῶρα μὲν αἴ κ' ἐθέλῃσθα παρασχέμεν, ὡς ἐπιεικές, / ἤ τ' ἐχέμεν παρὰ σοί. (Όμηρος, Ιλιάς, Τ 146-148)
  2. * ανδρικό όνομα, Αγαμέμνων

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]