Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀγαμήδη

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ἀγαμήδη
      γενική τῆς Ἀγαμήδης
      δοτική τῇ Ἀγαμήδ
    αιτιατική τὴν Ἀγαμήδην
     κλητική ! Ἀγαμήδη
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀγαμήδη < Ἀγαμήδ(ης) +

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀγαμήδη θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]