Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀγαμεμνονίδης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
Ᾰγᾰμεμνονῐδ-
ονομαστική Ἀγαμεμνονίδης
      γενική τοῦ Ἀγαμεμνονίδου
      δοτική τῷ Ἀγαμεμνονίδ
    αιτιατική τὸν Ἀγαμεμνονίδην
     κλητική ! Ἀγαμεμνονίδη
1η κλίση, ομάδα 'Ἀτρείδης', Κατηγορία 'Κρονίδης' όπως «Κρονίδης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀγαμεμνονίδης < Ἀγαμέμνων + -ίδης.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ga.me.mno.ní.dɛːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γαμεμνονίδης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀγαμεμνονίδης, -ου αρσενικό

  1. «Ἀγαμεμνονίδης Ὀρέστης» ο υιός του Αγαμέμνονα, ο Ορέστης
     συνώνυμα: Ὀρέστης