Ἀγλώχαρτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἀγλώχαρτος < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἀγλώχαρτος αρσενικό

  • ανδρικό όνομα
    γνωστό από τον ιερέα της Ακρόπολης της Λίνδου στη Ρόδο
    θαλερὸς ἔμεν οἶκος χῶρος καρπογόνους δερκόμενοις σκοπέλους· ἄνθεμα γὰρ τόδε λαρὸν Ἀθηναίῃ πόρεν ἱρεὺς Ἀγλώχαρτος (Ελληνική Ανθολογία 15.11 [1])
    [εἱρεύς] <τ’> Ἀγλώχαρτος ἐλαίαις στέψεν Ἀθήνη[ν] [κ]αὶ τέμεν̣[ος] κόσμησεν ἄκρης ἡδύχροϊ θαλλῷ ([2])

Αναφορές[επεξεργασία]