Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀδμάτα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀδμάτα < ἄδμητος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀδμάτα θηλυκό δωρικός τύπος (αρσενικό Ἄδματος)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]