Ἀδόλιον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ἀδόλιον < ἄ- στερητικό + δόλος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ἀδόλιον θηλυκό (ελληνιστική κοινή) (αρσενικό Ἀδόλιος)
Αναφορές
[επεξεργασία]- P. M. Fraser and E. Matthews 1987 Lexicon of Greek Personal Names. Vol. I: The Aegean Islands. Cyprus. Cyrenaica, Oxford: Oxford University Press