Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀετοχώριον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική τὸ Ἀετοχώριον
      γενική τοῦ Ἀετοχωρίου
      δοτική τῷ Ἀετοχωρί
    αιτιατική τὸ Ἀετοχώριον
     κλητική ! Ἀετοχώριον
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.e.toˈxo.ɾi.on/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ετοχώριον

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀετοχώριον ουδέτερο