Ἀετοχώριον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Ἀετοχώριον | ||||||
| γενική | τοῦ | Ἀετοχωρίου | ||||||
| δοτική | τῷ | Ἀετοχωρίῳ | ||||||
| αιτιατική | τὸ | Ἀετοχώριον | ||||||
| κλητική ὦ! | Ἀετοχώριον | |||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.e.toˈxo.ɾi.on/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Ἀ‐ε‐το‐χώ‐ρι‐ον
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ἀετοχώριον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- → δείτε τη λέξη Αετοχώρι