Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀζωτός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ἀζωτός
      γενική τῆς Ἀζωτοῦ
      δοτική τῇ Ἀζωτ
    αιτιατική τὴν Ἀζωτόν
     κλητική ! Ἀζωτέ
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ὁδός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀζωτός <  δείτε τη λέξη Ἄζωτος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀζωτός θηλυκό