Ἀμπελοχώριον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Ἀμπελοχώριον | ||||||
| γενική | τοῦ | Ἀμπελοχωρίου | ||||||
| δοτική | τῷ | Ἀμπελοχωρίῳ | ||||||
| αιτιατική | τὸ | Ἀμπελοχώριον | ||||||
| κλητική ὦ! | Ἀμπελοχώριον | |||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ἀμπελοχώριον < → δείτε τη λέξη Αμπελοχώρι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /am.be.loˈxo.ɾi.on/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Ἀ‐μπε‐λο‐χώ‐ρι‐ον
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ἀμπελοχώριον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- → δείτε τη λέξη Αμπελοχώρι