Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀμπελοχώριον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική τὸ Ἀμπελοχώριον
      γενική τοῦ Ἀμπελοχωρίου
      δοτική τῷ Ἀμπελοχωρί
    αιτιατική τὸ Ἀμπελοχώριον
     κλητική ! Ἀμπελοχώριον
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀμπελοχώριον <  δείτε τη λέξη Αμπελοχώρι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /am.be.loˈxo.ɾi.on/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπελοχώριον

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀμπελοχώριον ουδέτερο