Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀμφιλόχιος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀμφιλόχιος < Ἀμφίλοχος. Αναλύεται ἀμφι- + λόχ(ος) + -ιος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀμφιλόχιος αρσενικό