Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀντιπάτρεια

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ἀντιπάτρει
      γενική τῆς Ἀντιπατρείᾱς
      δοτική τῇ Ἀντιπατρεί
    αιτιατική τὴν Ἀντιπάτρειᾰν
     κλητική ! Ἀντιπάτρει
1η κλίση, Κατηγορία 'βοήθεια' όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀντιπάτρεια < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀντιπάτρεια θηλυκό, μόνο στον ενικό