Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀτρεΐδης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
επική κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἀτρεϝῐδ-
ονομαστική Ἀτρεΐδης οἱ/τοὶ Ἀτρεΐδαι
      γενική τοῦ/τοῖο Ἀτρεΐδᾱο
Ἀτρεΐδεω
τῶν Ἀτρεϊδῶν
      δοτική τῷ Ἀτρεΐδ τοῖς/τοῖσι(ν) Ἀτρεΐδῃσῐν
Ἀτρεΐδῃς
    αιτιατική τὸν Ἀτρεΐδην τοὺς Ἀτρεΐδᾱς
     κλητική ! Ἀτρεΐδη Ἀτρεΐδαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἀτρεΐδ
γεν-δοτ τοῖιν  Ἀτρεΐδαιν
1η κλίση, ομάδα 'Ἀτρείδης', Κατηγορία 'Κρονίδης' όπως «Κρονίδης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀτρεΐδης < Ἀτρε(ύς) + -ίδης. Το ΐ λόγω του δίγαμμα Ἀτρεϝίδης.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.tɾe.í.dɛːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρεΐδης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀτρεΐδης, -ᾱο/εω αρσενικό