Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἁγεισαρέτα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἁγεισαρέτα < ἄγω + ἀρετά

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἁγεισαρέτα θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]