Ἁγιοχώριον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Ἁγιοχώριον | ||||||
| γενική | τοῦ | Ἁγιοχωρίου | ||||||
| δοτική | τῷ | Ἁγιοχωρίῳ | ||||||
| αιτιατική | τὸ | Ἁγιοχώριον | ||||||
| κλητική ὦ! | Ἁγιοχώριον | |||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ἁγιοχώριον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) το Αγιοχώρι με συνθετικό -χώριον