Ἁρμαγεδών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Αρμαγεδών, Αρμαγεδδών, Αρμαγεδδώνας, Αρμαγεδώνας

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική Ἁρμαγεδών Ἁρμαγεδῶνε Ἁρμαγεδῶνες
Γενική Ἁρμαγεδῶνος Ἁρμαγεδώνοιν Ἁρμαγεδώνων
Δοτική Ἁρμαγεδῶνι Ἁρμαγεδώνοιν Ἁρμαγεδῶσι(ν)
Αιτιατική Ἁρμαγεδῶνα Ἁρμαγεδῶνε Ἁρμαγεδῶνας
Κλητική Ἁρμαγεδών Ἁρμαγεδῶνε Ἁρμαγεδῶνες
Συνήθως στον ενικό.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἁρμαγεδών < (άμεσο δάνειο) εβραϊκή הַר מְגִדֹּו (har M'giddo, «Όρος της Μεγιδδώ» ή «Όρος Σύναξης Στρατευμάτων»)[1]

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἁρμαγεδών αρσενικό στον ενικό (ελληνιστική κοινή)

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.