Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἄζωτος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἄζωτος οἱ Ἄζωτοι
      γενική τοῦ Ἀζώτου τῶν Ἀζώτων
      δοτική τῷ Ἀζώτ τοῖς Ἀζώτοις
    αιτιατική τὸν Ἄζωτον τοὺς Ἀζώτους
     κλητική ! Ἄζωτε Ἄζωτοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἀζώτω
γεν-δοτ τοῖν  Ἀζώτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἄζωτος < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἄζωτος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. πόλη της περιοχής της Παλαιστίνης, το σημερινό Ασντόντ (συναντάται και ως θηλυκό)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]