Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἄψαλος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Άψαλος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ἄψαλος
      γενική τοῦ Ἀψάλου
      δοτική τῷ Ἀψάλ
    αιτιατική τὸν Ἄψαλον
     κλητική ! Ἄψαλε
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἄψαλος < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἄψαλος αρσενικό, μόνο στον ενικό