Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἅρμοζον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ Ἅρμοζον τὰ Ἅρμοζᾰ
      γενική τοῦ Ἁρμόζου τῶν Ἁρμόζων
      δοτική τῷ Ἁρμόζῳ τοῖς Ἁρμόζοις
    αιτιατική τὸ Ἅρμοζον τὰ Ἅρμοζᾰ
     κλητική ὦ! Ἅρμοζον Ἅρμοζᾰ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἁρμόζω
γεν-δοτ τοῖν  Ἁρμόζοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἅρμοζον < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἅρμοζον, -ου ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]