ἐαρίδρεπτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐαρίδρεπτος < ἔαρ + δρέπω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἐαρίδρεπτος, -ος, -ον

  1. (για άνθη) κομμένος την άνοιξη