Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐγγύς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: εγγύς

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐγγύς < ίσως ἐν + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gew- (χέρι)

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἐγγύς (συγκριτικός βαθμός: ἐγγυτέρω (ἐγγυτέρῳ) / ἐγγύτερον / ἔγγιον· υπερθετικός βαθμός: ἐγγυτάτω / ἐγγύτατα / ἔγγιστα)

Παράγωγα

[επεξεργασία]