ἐγείρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εγείρω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἐγείρω ἐγείρομαι
Παρατατικός ἤγειρον & (επικό) ἔγειρον ἠγειρόμην
Μέλλοντας ἐγερῶ ἐγεροῦμαι & ἐγερθήσομαι
Αόριστος ἤγειρα ἠγρόμην & ἠγέρθην
& ἠγειράμην (ελληνιστικό) & (επικό) ἔγερθεν
Παρακείμενος ἐγήγερκα & ἐγρήγορα ἐγήγερμαι
Υπερσυντέλικος ἐγηγέρκειν & ἐγρηγόρειν ἐγηγέρμην
Συντελ.Μέλλ. ἐγηγερκώς ἔσομαι ἐγηγερμένος ἔσομαι


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ)

Ρήμα[επεξεργασία]

ἐγείρω

  1. σηκώνω κάποιον από το κρεβάτι, τον ξυπνώ
  2. ανασταίνω
  3. ανεγείρω οικοδόμημα, χτίζω
  4. ξεκινώ κάτι, κινητοποιώ, θέτω σε κίνηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]