ἐγκύκλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐγκύκλιος < ἐν + κύκλος

Επίθετο[επεξεργασία]

ἐγκύκλιος -ος -ον

  1. κυκλικός
  2. επαναλαμβανόμενος, πχ για αξιώματα που απαιτούν ετήσια εκλογή
  3. καθημερινός, συνηθισμένος
  4. κοινός
  5. (για την παιδεία) γενικός, όχι ακόμη εξειδικευμένος για τις ανάγκες μιας επιστήμης ή επαγγέλματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883