ἐγκύκλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

γένη → αρσενικό & θηλυκό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἐγκύκλιος ἐγκυκλί
ἐγκυκλίη
τὸ ἐγκύκλιον
      γενική τοῦ/τῆς ἐγκυκλίου τῆς ἐγκυκλίᾱς
ἐγκυκλίης
τοῦ ἐγκυκλίου
      δοτική τῷ/τῇ ἐγκυκλί τῇ ἐγκυκλί
ἐγκυκλί
τῷ ἐγκυκλί
    αιτιατική τὸν/τὴν ἐγκύκλιον τὴν ἐγκυκλίᾱν
ἐγκυκλίην
τὸ ἐγκύκλιον
     κλητική ! ἐγκύκλιε ἐγκυκλί
ἐγκυκλίη
ἐγκύκλιον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἐγκύκλιοι αἱ ἐγκύκλιαι τὰ ἐγκύκλι
      γενική τῶν ἐγκυκλίων τῶν ἐγκυκλίων τῶν ἐγκυκλίων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἐγκυκλίοις ταῖς ἐγκυκλίαις τοῖς ἐγκυκλίοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἐγκυκλίους τὰς ἐγκυκλίᾱς τὰ ἐγκύκλι
     κλητική ! ἐγκύκλιοι ἐγκύκλιαι ἐγκύκλι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐγκυκλίω τὼ ἐγκυκλί τὼ ἐγκυκλίω
      γεν-δοτ τοῖν ἐγκυκλίοιν τοῖν ἐγκυκλίαιν τοῖν ἐγκυκλίοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, περισσότερο συνηθισμένος.
2&1η κλίση, Κατηγορία όπως «ἐγκύκλιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐγκύκλιος < (ἐν) ἐγ- + κύκλιος < κύκλος

Επίθετο[επεξεργασία]

ἐγκύκλιος, -ος/(-ία, -ίη), -ον

  1. κυκλικός
  2. επαναλαμβανόμενος, πχ για αξιώματα που απαιτούν ετήσια εκλογή
  3. καθημερινός, συνηθισμένος
  4. κοινός
  5. (ελληνιστική σημασία, για την παιδεία) γενικός, όχι ακόμη εξειδικευμένος για τις ανάγκες μιας επιστήμης ή επαγγέλματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη κύκλος

Πηγές[επεξεργασία]