ἐδωδή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐδωδή αἱ ἐδωδαί
      γενική τῆς ἐδωδῆς τῶν ἐδωδῶν
      δοτική τῇ ἐδωδ ταῖς ἐδωδαῖς
    αιτιατική τὴν ἐδωδήν τὰς ἐδωδᾱ́ς
     κλητική ! ἐδωδή ἐδωδαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐδωδᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἐδωδαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐδωδή < ἔδω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐδωδή θηλυκό

  1. τροφή
  2. φαγητό
  3. ζωοτροφή
  4. δόλωμα (για ψάρια)

Πηγές[επεξεργασία]