ἐθώπευσε

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ἐθώπευσε

  1. γ ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου ενεργητικής φωνής του ρήματος θωπεύω