ἐκβακχεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐκβακχεύω < ἐκ- + βακχεύω

ἐκβακχεύω

άλλοι χρόνοι → λείπει η κλίση