ἐκβακχεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐκβακχεύω < ἐκ- + βακχεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

ἐκβακχεύω

Κλίση[επεξεργασία]

Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
ἐκβακχεύω
ἐκβακχεύω
ἐκβακχεύοιμι
-
σύ
ἐκβακχεύεις
ἐκβακχεύῃς
ἐκβακχεύοις
ἐκβάκχευε
οὖτος
ἐκβακχεύει
ἐκβακχεύ
ἐκβακχεύοι
ἐκβακχευέτω
ἡμεῖς
ἐκβακχεύομεν
ἐκβακχεύωμεν
ἐκβακχεύοιμεν
-
ὑμεῖς
ἐκβακχεύετε
ἐκβακχεύητε
ἐκβακχεύοιτε
ἐκβακχεύετε
οὗτοι
ἐκβακχεύουσι(ν)
ἐκβακχεύωσι(ν)
ἐκβακχεύοιεν
ἐκβακχευόντων / ἐκβακχευέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
ἐκβακχεύειν
ἐκβακχεύων
ἐκβακχεύουσα
ἐκβακχεύον

άλλοι χρόνοι → λείπει η κλίση

Πηγές[επεξεργασία]