Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐκβακχεύω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐκβακχεύω < ἐκ- + βακχεύω

ἐκβακχεύω

άλλοι χρόνοι → λείπει η κλίση