ἐκδοχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εκδοχή

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐκδοχή αἱ ἐκδοχαί
      γενική τῆς ἐκδοχῆς τῶν ἐκδοχῶν
      δοτική τῇ ἐκδοχ ταῖς ἐκδοχαῖς
    αιτιατική τὴν ἐκδοχήν τὰς ἐκδοχᾱ́ς
     κλητική ! ἐκδοχή ἐκδοχαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐκδοχᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἐκδοχαῖν
1η κλίση όπως «τιμή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐκδοχή < ἐκδέχομαι < ἐκ- + δέχομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐκδοχή θηλυκό

  1. αποδοχή, παραλαβή κάποιου πράγματος από κάποιον άλλο, διαδοχή
  2. προσδοκία

Πηγές[επεξεργασία]