ἐκδρομή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εκδρομή

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐκδρομή ἐκδρομά ἐκδρομαί
Γενική ἐκδρομῆς ἐκδρομαῖν ἐκδρομῶν
Δοτική ἐκδρομ ἐκδρομαῖν ἐκδρομαῖς
Αιτιατική ἐκδρομήν ἐκδρομά ἐκδρομάς
Κλητική ἐκδρομή ἐκδρομά ἐκδρομαί

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐκδρομή < ἐκ- + δρόμος + < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *der- (τρέχω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐκδρομή θηλυκό

  1. έξοδος
  2. έφοδος, επίθεση
  3. ομάδα ακροβολιστών
  4. βλάστηση, αύξηση, ανάπτυξη
  5. παρέκβαση