ἐκδόσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : εκδόσιμος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἐκδόσιμος τὸ ἐκδόσιμον οἱ, αἱ ἐκδόσιμοι τὰ ἐκδόσιμα
Γενική τοῦ, τῆς ἐκδοσίμου τοῦ ἐκδοσίμου τῶν ἐκδοσίμων τῶν ἐκδοσίμων
Δοτική τῷ, τῇ ἐκδοσίμῳ τῷ ἐκδοσίμῳ τοῖς, ταῖς ἐκδοσίμοις τοῖς ἐκδοσίμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἐκδόσιμον τὸ ἐκδόσιμον τοὺς, τὰς ἐκδοσίμους τὰ ἐκδόσιμα
Κλητική ἐκδόσιμε ἐκδόσιμον ἐκδόσιμοι ἐκδόσιμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐκδοσίμω
Γενική-Δοτική ἐκδοσίμοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐκδόσιμος < αρχαία ελληνική ἔκδοσις + -ιμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἐκδόσιμος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)

  1. συμφωνημένος
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ἐκδόσιμον: (νομικός όρος) αποδεικτικό επίδοσης ή παράδοσης (δικαστικού) εγγράφου