ἐκκλησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εκκλησία

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐκκλησί αἱ ἐκκλησίαι
      γενική τῆς ἐκκλησίᾱς τῶν ἐκκλησιῶν
      δοτική τῇ ἐκκλησί ταῖς ἐκκλησίαις
    αιτιατική τὴν ἐκκλησίᾱν τὰς ἐκκλησίᾱς
     κλητική ! ἐκκλησί ἐκκλησίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐκκλησί
γεν-δοτ τοῖν  ἐκκλησίαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐκκλησία < ἔκκλητος < ἐκ- + κλητός < καλέω / καλῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₁- / *kl̥h₁- (καλώ, φωνάζω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐκκλησία θηλυκό

  1. (πολιτική) η συνέλευση (του λαού), η συγκέντρωση, η συνάθροιση
  2. (ελληνιστική κοινή) εκκλησία, Εκκλησία
  3. (ελληνιστική κοινή) ρωμαϊκή εκλεκτορική συνέλευση
  4. (ελληνιστική κοινή) η εβραϊκή κοινότητα
  5. (ελληνιστική κοινή) ψήφισμα

Πηγές[επεξεργασία]