ἐκκλησιαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐκκλησιαστικός ἐκκλησιαστική ἐκκλησιαστικόν ἐκκλησιαστικοί ἐκκλησιαστικαί ἐκκλησιαστικά
Γενική ἐκκλησιαστικοῦ ἐκκλησιαστικῆς ἐκκλησιαστικοῦ ἐκκλησιαστικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐκκλησιαστικῶν
Δοτική ἐκκλησιαστικῷ ἐκκλησιαστικῇ ἐκκλησιαστικῷ ἐκκλησιαστικοῖς ἐκκλησιαστικαῖς ἐκκλησιαστικοῖς
Αιτιατική ἐκκλησιαστικόν ἐκκλησιαστικήν ἐκκλησιαστικόν ἐκκλησιαστικούς ἐκκλησιαστικάς ἐκκλησιαστικά
Κλητική ἐκκλησιαστικέ ἐκκλησιαστική ἐκκλησιαστικόν ἐκκλησιαστικοί ἐκκλησιαστικαί ἐκκλησιαστικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐκκλησιαστικώ ἐκκλησιαστικά
Γενική-Δοτική ἐκκλησιαστικοῖν ἐκκλησιαστικαῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐκκλησιαστικός < αρχαία ελληνική ἐκκλησία < καλέω / καλῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₁- / *kl̥h₁- (καλώ, φωνάζω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἐκκλησιαστικός

  1. (ελληνιστική κοινή) που έχει σχέση με την ἐκκλησία, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. (ελληνιστική κοινή) (μεσαιωνική ελληνική) εκκλησιαστικός

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]