ἐκλαμβάνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ἐκλαμβάνω

  1. παίρνω κάτι από κάποιον άλλον
  2. συλλαμβάνω και μεταφέρω
  3. δέχομαι κάτι
  4. εκλαμβάνω, κατανοώ με έναν ορισμένο τρόπο
  5. επιλέγω
  6. αναλαμβάνω ένα ορισμένο έργο
  7. προσλαμβάνω κάποιον