ἐλάσσων
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | ἐλάσσων | τὸ | ἔλασσον | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | ἐλάσσονος | τοῦ | ἐλάσσονος | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | ἐλάσσονῐ | τῷ | ἐλάσσονῐ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | ἐλάσσονᾰ - ἐλάσσω | τὸ | ἔλασσον | ||
| κλητική ὦ! | ἔλασσον | ἔλασσον | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | ἐλάσσονες - ἐλάσσους | τὰ | ἐλάσσονᾰ - ἐλάσσω | ||
| γενική | τῶν | ἐλασσόνων | τῶν | ἐλασσόνων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | ἐλάσσoσῐ(ν) | τοῖς | ἐλάσσoσῐ(ν) | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | ἐλάσσονᾰς - ἐλάσσους | τὰ | ἐλάσσονᾰ - ἐλάσσω | ||
| κλητική ὦ! | ἐλάσσονες - ἐλάσσους | ἐλάσσονᾰ - ἐλάσσω | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἐλάσσονε | τὼ | ἐλάσσονε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἐλασσόνοιν | τοῖν | ἐλασσόνοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βελτίων' όπως «βελτίων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἐλάσσων < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]ἐλάσσων, -ων, ἔλασσον
- συγκριτικός βαθμός του ἐλαχύς
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'βελτίων' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'βελτίων' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα συγκριτικού βαθμού (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)