ἐλαφρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ἐλαφρός



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐλαφρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁léngʰus < *h₁lengʷʰ- (ελαφρός) +‎ *-us

Επίθετο[επεξεργασία]

ἐλαφρός

  • ελαφρός
    γαῖαν ἔχοις ἐλαφράν - "ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει"

Πηγές[επεξεργασία]