ἐλαύνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ελαύνω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐλαύνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁el- (κινώ, οδηγώ, πηγαίνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐλαύνω, μέσο-παθητικό ἐλαύνομαι

  1. οδηγώ
  2. κωπηλατώ
  3. προχωρώ έφιππος