ἐλπίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐλπίς αἱ ἐλπίδες
      γενική τῆς ἐλπίδος τῶν ἐλπίδων
      δοτική τῇ ἐλπίδ ταῖς ἐλπίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἐλπίδ τὰς ἐλπίδᾰς
     κλητική ! ἐλπίς ἐλπίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐλπίδε
γεν-δοτ τοῖν  ἐλπίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
3η κλίση, ομάδα 'δ1', Κατηγορία όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐλπίς < ἔλπω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐλπίς

  1. προσδοκία, ελπίδα
    αἰσχυνθέντες οὖν τάς τε τῶν Ἑλλήνων ἐς ὑμᾶς ἐλπίδας : σεβαστείτε λοιπόν τις ελπίδες που εναπόθεσαν σε εσάς οι Έλληνες (Θουκυδίδης, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, 3.14)
  2. το πρόσωπο που ενσαρκώνει την ελπίδα
    Ὀρέστης ἐλπὶς οἴχεται δόμων : Και πώς; Αφού έφυγε η ελπίδα μας, ο Ορέστης (Αισχύλος, Χοηφόροι, 775)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]