ἐλπίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐλπίς αἱ ἐλπίδες
      γενική τῆς ἐλπίδος τῶν ἐλπίδων
      δοτική τῇ ἐλπίδ ταῖς ἐλπίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἐλπίδ τὰς ἐλπίδᾰς
     κλητική ! ἐλπίς* ἐλπίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐλπίδε
γεν-δοτ τοῖν  ἐλπίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐλπίς, ήδη ομηρικό < ἔλπ-ομαι (προσδοκώ), ἔλπω < Ϝελπ- < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *welp- (θέλω) [1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐλπίς θηλυκό

  1. προσδοκία, ελπίδα
    ※ 5ος αιώνας πκε  Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 3.14. αἰσχυνθέντες οὖν τάς τε τῶν Ἑλλήνων ἐς ὑμᾶς ἐλπίδας
    σεβαστείτε λοιπόν τις ελπίδες που εναπόθεσαν σε εσάς οι Έλληνες
  2. το πρόσωπο που ενσαρκώνει την ελπίδα
    ※  6ος/5ος αιώνας Αισχύλος, Χοηφόροι, 775
    Ὀρέστης ἐλπὶς οἴχεται δόμων - Και πώς; Αφού έφυγε η ελπίδα μας, ο Ορέστης

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]