ἐμή
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]ἐμή
- (κτητική αντωνυμία) ονομαστική ενικού, θηλυκού γένους του ἐμός
Κτητικές αντωνυμίες
Για έναν κτήτορα[επεξεργασία]Για πολλούς κτήτορες[επεξεργασία] |