ἐμπόρευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: εμπόρευμα

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐμπόρευμα ἐμπορεύματε ἐμπορεύματα
Γενική ἐμπορεύματος ἐμπορευμάτοιν ἐμπορευμάτων
Δοτική ἐμπορεύματι ἐμπορευμάτοιν ἐμπορεύμασι
Αιτιατική ἐμπόρευμα ἐμπορεύματε ἐμπορεύματα
Κλητική ἐμπόρευμα ἐμπορεύματε ἐμπορεύματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐμπόρευμα < ἐμπορεύομαι < ἔμπορος < ἐν + πόρος < πέρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per- (περνώ, διαπερνώ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐμπόρευμα ουδέτερο