ἐνδίδωμι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἐνδίδωμι ἐνδίδομαι
Παρατατικός ἐνεδίδουν ἐνεδιδόμην
Μέλλοντας ἐνδώσω ἐνδώσομαι & ἐνδοθήσομαι
Αόριστος ἐνέδωκα ἐνεδόμην & ἐνεδόθην
Παρακείμενος ἐνδέδωκα ἐνδέδομαι
Υπερσυντέλικος ἐνεδεδώκειν ἐνεδεδόμην
Συντελ.Μέλλ. ἐνδεδωκώς ἔσομαι ἐνδεδομένος ἔσομαι


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐνδίδωμι < ἐν + δίδωμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἐνδίδωμι

  1. παραδίδω στα χέρια
  2. απορρίπτω
  3. παρέχω
  4. επιτρέπω
  5. παραχωρώ
  6. χαρίζω
  7. προξενώ
  8. δείχνω
  9. (αμετάβατο) υποχωρώ
  10. (αμετάβατο) αποθαρρύνομαι
  11. (αμετάβατο) παύω
  12. χύνομαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]