ἐνεός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ενεός

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐνεός ἐνεά ἐνεόν ἐνεοί ἐνεαί ἐνεά
Γενική ἐνεοῦ ἐνεᾶς ἐνεοῦ ἐνεῶν ἐνεῶν ἐνεῶν
Δοτική ἐνεῷ ἐνεᾷ ἐνεῷ ἐνεοῖς ἐνεαῖς ἐνεοῖς
Αιτιατική ἐνεόν ἐνεάν ἐνεόν ἐνεούς ἐνεάς ἐνεά
Κλητική ἐνεέ ἐνεά ἐνεόν ἐνεοί ἐνεαί ἐνεά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐνεώ ἐνεά
Γενική-Δοτική ἐνεοῖν ἐνεαῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐνεός: άγνωστης ετυμολογίας. Συνήθως, μαζί με το κωφός)

Επίθετο[επεξεργασία]

ἐνεός, -ά, -όν

  1. άφωνος
    ※  ὁ μὴ ἐνεὸς ἢ κωφὸς ἀπʼ ἀρχῆς (Πλάτων, Θεαίτητος, 206d)
  2. (κατ’ επέκταση) έκπληκτος, άναυδος
    *<ἐνεός>· νωχελής. μετέωρος / <ἐνεοί>· ἄφωνοι Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Ε
  3. (κατ’ επέκταση) ανόητος, άχρηστος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

  • ἐννεός (σε κώδικες, στον Ησύχιο)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]