ἐνοικέω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]ἐνοικέω
- κατοικώ
- είμαι παρών (π.χ. σε συνέλευση)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- ίσως θέλετε να δείτε και το λήμμα ἐνοικίζω
ἐνοικέω