ἐνορμάω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἐνορμάω < → λείπει η ετυμολογία
Ρήμα
[επεξεργασία]ἐνορμάω/ἐνορμῶ
- ορμώ μέσα σε κάτι
Κλίση
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἐνορμάω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.